Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Η ιστορία του Νιράν

O Νινάρ Οντίσο ήταν ένας φιλήσυχος νεαρός χριστιανός ορθόδοξος, 26 ετών από την πόλη Al Tabqah της Συρίας. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος και η πόλη του έπεσε στα χέρια των ισλαμιστών, ο Νινάρ αναγκάστηκε με την οικογένειά του να φύγει για πιο ασφαλές μέρος. Μετά από μήνες, τον Σεπτέμβριο του 2013, ο Νινάρ θέλησε να επιστρέψει για να δει σε ποια κατάσταση βρισκόταν το σπίτι του.

Ο Νινάρ δίσταζε. Φοβόταν μήπως βρεθούν στο δρόμο του οι ισλαμιστές και μετά... Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί τί θα επακολουθούσε. Δύο φίλοι του μουσουλμάνοι από την ίδια πόλη τον έπεισαν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος και ότι εάν συναντούσαν μουσουλμάνους αντάρτες, αυτοί, ως μουσουλμάνοι, θα εγγυούνταν για αυτόν. Έτσι ο Νινάρ ξεπέρασε τους δισταγμούς του και παρά τις αντίθετες παροτρύνσεις των δικών του ξεκίνησε για την πόλη του. Στην επιστροφή όμως η παρέα των τριών νεαρών είχε την ατυχία να πέσει σε μπλόκο ισλαμιστών της Αλ-Νούσρα. Οι τρομοκράτες ζήτησαν από τους νεαρούς να προφέρουν τα λόγια της ομολογίας πίστεως του ισλάμ: «Ένας είναι ο Αλλάχ και ο Μωάμεθ ο προφήτης του».

Οι δύο μουσουλμάνοι τρέμοντας από φόβο τα πρόφεραν βιαστικά. Δεν είχαν πρόβλημα. Ήταν μουσουλμάνοι. Ο Νινάρ όμως... Η χριστιανική πίστη του δεν του επέτρεπε να κάνει μία τέτοια ομολογία. Κάτι τέτοιο θα ήταν άρνηση του Χριστού. Και αυτό ο Νινάρ δεν το ήθελε. Είχε μάθει ότι πριν από αυτόν εκατομμύρια άλλοι που είχαν την ίδια πίστη προτίμησαν το θάνατο παρά να προφέρουν έναν τέτοιον λόγο. Έτσι ο Νινάρ προτίμησε να υποστεί τα βασανιστήρια των ισλαμιστών. Οι δύο μουσουλμάνοι φίλοι του φυσικά δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, όπως αρχικά πίστευαν. Οι ισλαμιστές τον βασάνισαν μέχρι θανάτου. Τον άφησαν μισοπεθαμένο. Οι φίλοι του τον πήραν και τον έφεραν στους δικούς του. Ο Νινάρ δεν άντεξε. Ξεψύχησε στα χέρια των δικών του. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «πεθαίνω, αλλά τον Χριστό δεν τον πρόδωσα».

---
Πηγές
Κείμενο: ΑντιΠαρακμή

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Ο σoφός βασιλιάς-Μια αλληγορική ιστορία

Σε κάποια πόλη οι πολίτες είχαν έθιμο να επιλέγουν για βασιλιά τους έναν άγνωστο που δεν ήξερε τους νόμους και τα έθιμά τους. Αφού τον έστεφαν βασιλιά, τον έντυναν με πανέμορφα ρούχα, τον έτρεφαν αφειδώς και τον περιέβαλαν με κάθε πολυτέλεια. Ωστόσο μόλις περνούσε ένας χρόνος από τη στέψη του , τον εκθρόνιζαν, του έπαιρναν πίσω τα ρούχα και όλες τις ανέσεις που του έδωσαν και τον οδηγούσαν τελείως γυμνό σε κάποιο απομακρυσμένο νησί, όπου μπορούσε να πεθάνει από τις κακουχίες και τη δυστυχία. Ύστερα, οι πολίτες αυτής της πόλεως διάλεγαν άλλον ξένο για βασιλιά τους, μόνο για ένα χρόνο πάλι, κατόπιν διάλεγαν έναν τρίτο ξένο, ύστερα έναν τέταρτο, πέμπτο, έκτο κ.ο.κ.

Κάποτε συνέβη να επιλέξουν έναν πολύ σοφό και προσεκτικό άνθρωπο για βασιλιά τους. Αυτός πληροφορήθηκε από τους υπηρέτες του το τι είχε συμβεί στους προηγούμενους βασιλείς , μετά την ετήσια θητεία τους. Έτσι, λοιπόν, στη διάρκεια της δικής του θητείας συγκέντρωνε επιμελώς προμήθειες τροφίμων και αγαθών και τα έστελνε καθημερινά σ’ εκείνο το νησί.

Όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος του και ήρθαν και του πήραν όλα όσα είχε, αγαθά και ρούχα, οδηγώντας τον ύστερα στο νησί της εξορίας, εκείνος βρέθηκε με τεράστια αποθέματα φαγητών, πολύτιμων λίθων, ασημιού και χρυσού, κι έτσι συνέχισε να ζει εκεί ακόμη καλύτερα απ’ ό,τι είχε ζήσει στην πόλη!

Η ερμηνεία αυτής της ιστορίας; Η πόλη αντιπροσωπεύει τον κόσμο, οι πολίτες τα πονηρά πνεύματα και οι βασιλείς είναι οι άνθρωποι, άφρονες ή σοφοί.

Οι άφρονες σκέπτονται μόνο τις απολαύσεις της παρούσας ζωής, σαν να ήταν αιώνιες˙ στο τέλος έρχεται ο θάνατος και τους στερεί όλες τις απολαύσεις και τότε, απογυμνωμένοι από κάθε αγαθό, πηγαίνουν στην κόλαση. Απεναντίας , οι σοφοί επιτελούν πολλά καλά έργα και στέλνουν τα καλά έργα τους να προπορεύονται στον άλλο κόσμο. Στην κοίμησή τους, οι σοφοί βασιλείς – οι αγαθοί άνθρωποι- αναχωρούν για εκείνο τον κόσμο, όπου τους περιμένουν συσσωρευμένοι θησαυροί και όπου βασιλεύουν με ακόμη μεγαλύτερη δόξα και ομορφιά απ' ό,τι βασίλευαν εδώ στη γη!

---
Πηγές
Κείμενο: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς - Πνευματικό ημερολόγιο - Ο Πρόλογος της Αχρίδος: Βίοι Αγίων, Ύμνοι, Στοχασμοί και Ομιλίες για κάθε ημέρα του χρόνου: Νοέμβριος
Φωτογραφία: http://aktines.blogspot.gr

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Το αγόρι που ήθελε να συναντήσει το Θεό

Μια φορά, λοιπόν, ήταν ένα μικρό αγόρι που ήθελε να συναντήσει το Θεό. Ήξερε ότι θα ήταν ένα μακρύ ταξίδι, μέχρι εκεί που έμενε ο Θεός, και έτσι πήρε μια τσάντα, έβαλε μέσα λίγο κέικ, λίγα αναψυκτικά και ξεκίνησε το ταξίδι του.

Όταν είχε προχωρήσει γύρω στα τρία τετράγωνα, είδε μια ηλικιωμένη γυναίκα, να κάθεται σε ένα παγκάκι στο πάρκο και να κοιτάζει τα περιστέρια. Το αγόρι την πλησίασε και κάθισε δίπλα της.

Είχε διψάσει ο μικρός. Άνοιξε την τσάντα του να πάρει και να πιει ένα αναψυκτικό. Παρατήρησε πως η κυρία ήταν πολύ πεινασμένη και έτσι έκοψε ένα κομμάτι από το κέικ και της έδωσε. Εκείνη με ευγνωμοσύνη το δέχτηκε και του χαμογέλασε πλατιά. Το χαμόγελο της ήταν τόσο υπέροχο που ήθελε να το ξαναδεί, έτσι της έδωσε και ένα κουτάκι χυμό. Εκείνη του ξαναχαμογέλασε. Το αγόρι ήταν ενθουσιασμένο. Κάθισαν όλο το απόγευμα εκεί. Έπιναν, έτρωγαν, δίχως να πουν ούτε μια λέξη.

Όταν βράδιασε αρκετά, το μικρό αγόρι αισθάνθηκε κουρασμένο και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι. Αφού είχε προχωρήσει λίγα βήματα, γυρίζει και τρέχει στην κυρία και της δίνει μια μεγάλη αγκαλιά. Εκείνη του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο που είχε δει ποτέ στην ζωή του.

Όταν γύρισε στο σπίτι του η μητέρα του γεμάτη έκπληξη που το είδε με την υπέροχη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του το ρώτησε:
– Γιατί σε βλέπω τόσο χαρούμενο; Τι έγινε;
- Έφαγα μεσημεριανό με τον Θεό, της απάντησε εκείνο. Προτού του πει κάτι η μητέρα του, εκείνο συνέχισε:
- Και ξέρεις ε; Τελικά, είναι γυναίκα, και έχει το ωραιότερο χαμόγελο στον κόσμο!

Εν τω μεταξύ, η γυναίκα, επίσης πολύ χαρούμενη, επέστρεψε στο σπίτι της. Ο γιος της την ρώτησε:
- Γιατί είσαι τόσο χαρούμενη σήμερα μητέρα;
- Έφαγα κέικ σήμερα στο πάρκο με τον Θεό, απάντησε αυτή.
Και πριν την ξαναρωτήσει κάτι ο γιος της συμπλήρωσε:
- Και ξέρεις ε; Είναι πολύ πιο νέος από ότι τον φανταζόμουν…

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Ο βασιλιάς που ήθελε να δει το Θεό

Παρακάτω θα βρείτε δύο ιστορίες με τον ίδιο τίτλο. Και στις δύο περιπτώσεις παρουσιάζεται ένας βασιλιάς που ήθελε να δει το Θεό αλλά δεν ήξερε πώς να τον ψάξει. Απευθύνθηκε λοιπόν στους σοφούς της χώρας του. Όταν, όμως, αυτοί απέτυχαν να του Τον δείξουν, τότε ο "τελευταίος των σοφών", ένας αγρότης ή ένας βοσκός ήταν οι κατάλληλοι το κάνουν.

Ιστορία #1η

Ένας βασιλιάς κάλεσε όλους τους λόγιους για να του δείξουν τον Θεό.
- Σας κάλεσα εδώ, εσάς τους επιστήμονες της αυτοκρατορίας μου για να μου Τον δείξετε. Εγώ θέλω να δω τον Θεό . Αν δε μου Τον δείξετε θα σας κόψω το κεφάλι.
- Μα βασιλιά μου πως θα σας δείξουμε τον Θεό;
- Ε, εσείς ξέρετε πολλά πράγματα έχετε βιβλία θα βρείτε τον τρόπο!

Πλησίαζε ο καιρός που έπρεπε να δώσουν απάντηση και ήταν εκεί ένας βοσκός με τα πρόβατα του.
- Γιατί είστε στενοχωρημένοι;
- Ο βασιλιάς μας κάλεσε επειδή είμαστε επιστήμονες και μας ζήτησε να του δείξουμε το Θεό. Αλλά εμείς παρά τις γνώσεις μας δεν τα καταφέραμε και μας περιμένει ο θάνατος.
- Εγώ μπορώ να δείξω στο βασιλιά το Θεό αλλά ποιος θα με πάρει σε αυτόν;

Πήραν, λοιπόν, το βοσκό και τον παρουσίασαν στο βασιλιά.
- Μεγαλειότατε, ξέρουμε ότι μας περιμένει ο θάνατος επειδή δεν καταφέραμε να σας δείξουμε το Θεό. Αλλά βρήκαμε αυτόν το βοσκό και μας είπε ότι αυτός θα σας Τον δείξει.
- Εντάξει! Βοσκέ, αυτοί παρά τις γνώσεις τους δεν κατάφεραν να μου δείξουν το Θεό και θα τα καταφέρεις εσύ;
- Βασιλιά μου θα δεις το Θεό αλλά θα κάνεις ότι σου πω;
- Θα κάνω ότι μου πεις, μόνο να Τον δω!

Έκανε μεγάλη ζέστη, ο ήλιος έκαιγε ήταν Ιούλιος μήνας και του λέει:
- Βασιλιά ο Θεός βρίσκεται στον ήλιο. Εκεί κατοικεί. Να κοιτάς τον ήλιο αλλά να έχεις υπομονή , νομίζεις ότι ο Θεός εμφανίζεται τόσο γρήγορα;

Και ο βασιλιάς κοίταζε... Προσπαθούσε...

- Τι κάνετε; τον ρώτησε ο βόσκος έπειτα από λίγο.
- Βρε βοσκέ , ο ήλιος καίει και φωτίζει πολύ δυνατά και δεν μπορώ να κοιτάζω άλλο.
- Καλά βασιλιά μου, αν εσύ δεν μπορείς να κοιτάζεις τον ήλιο που είναι δημιούργημα του Θεού, πώς θα δεις το Θεό που δημιούργησε τον ήλιο;

Τότε ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε:
- Κοιτάξτε βρε! Εσείς με όλα σας τα γράμματα δεν μπορέσατε να μου εξηγήσετε τόσο καλά όσο αυτός ο βοσκός!

Ιστορία #2η

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που είχε μεγάλο καημό να δει τον Θεό. Άν και όλα πήγαιναν καλά στη χώρα του και θα έπρεπε ως βασιλιάς να είναι ευτυχισμένος, είχε αυτό το μεγάλο βάσανο: ήθελε να δει το Θεό για να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Για αυτό, ανακοίνωσε σε όλη τη χώρα του πως θα έδινε, εφόσον είχε τα μέσα, όποια αμοιβή του ζητούσε εκείνος που θα κατάφερνε να του δείξει το Θεό.
Κατα καιρούς διάφοροι σοφοί, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ιερωμένοι, ντόπιοι και ξένοι επισκέπτες, παρουσιάζονταν υποσχόμενοι να του δείξουν το Θεό. Το μόνο που προσέφεραν στο βασιλιά, ωστόσο, ήταν θεωρητικολογίες, που καθόλου δεν τον ικανοποιούσαν.
- Δε ζήτησα να μου αποδείξεις! Να μου δείξεις ζήτησα! Να Τον δω το Θεό ζήτησα! φώναζε και διέταζε να μαστιγώνουν και να διώχνουν με τις κλωτσιές όλους αυτούς που υπόσχονταν να δείξουν το Θεό, αλλά δεν Τον έδειχναν.
Ο βασιλιάς βαρέθηκε πια όλους αυτούς τους σοφούς που φιλοδοξούσαν να του δείξουν το Θεό κι ανακοίνωσε πως, στο εξής, όποιος υποσχόταν πως θα του έδειχνε το Θεό χωρίς να του Τον δείξει, θα εκτελούνταν.
Τότε, παρουσιάστηκε ένας απλός άσημος αγρότης, που έτυχε να ακούσει την μεγάλη επιθυμία του βασιλιά:
- Εγώ θα σου δείξω το Θεό, καθώς το θέλεις, είπε.
- Τί γνώσεις έχεις εσύ; ο βασιλιάς τον κορόιδεψε. Τί έχεις σπουδάσει; Τόσοι και τόσοι μορφωμένοι μου υποσχέθηκαν, κανείς δέν κατάφερε να μου δείξει το Θεό. Τώρα εσύ τί θα καταφέρεις; Θα μου προσφέρεις και εσύ μιά απο τα ίδια, θεωρητικολογίες, και θα χάσεις τη ζωή σου!
- Λυπάμαι που δεν είχα την τύχη να σπουδάσω, απάντησε ο φτωχός αγρότης, αλλά καταδέξου να κάνεις ό,τι σου πω κι αν δε σου δείξω το Θεό, στο χέρι σου είναι να με εκτελέσεις. Έλα να ανεβούμε μαζί στην ταράτσα του παλατιού. Ανέβηκε, λοιπόν, ο βασιλιάς με τον αγρότη στην ταράτσα, ήταν καταμεσήμερο, ο ήλιος σε όλη του τη λάμψη.
- Κοίταξε τον ήλιο! λέει τότε ο αγρότης.
- Δε μπορώ, θα στραβωθώ!
- Πρέπει να κάνεις αυτό που σου λέω! Προσπάθησε όσο μπορείς να κοιτάξεις τον ήλιο κατάματα, όση πιό πολλή ώρα μπορείς!
Προσπάθησε ο βασιλιάς να κοιτάξει τον ήλιο για κανένα δευτερόλεπτο, περισσότερο δεν άντεξε, θαμπώθηκαν τα μάτια του, ήταν για ώρα τυφλωμένος.
- Πού το πας; Θέλεις να με στραβώσεις; Μια στιγμή κοίταξα και στραβώθηκα! Δε μπορώ άλλο!
- Ώστε έτσι! Τον ήλιο δε μπορείς μια στιγμή να κοιτάξεις! Άμα δε μπορείς να δεις αυτό το φως που δημιούργησε ο Θεός, πώς θα μπορούσες να δεις τη λάμψη του ίδιου του Θεού που δε δημιουργήθηκε! Τι είναι ο ήλιος μπροστά στον Θεό; Μια μόνο ακτίνα είναι από την όλη δημιουργία του Θεού! Μια μόνο ακτίνα είναι από το φως του Θεού! Ξέρεις πόσα άλλα φώτα σαν αυτό και μεγαλύτερα έχει ο Θεός δημιουργήσει;

Σαν το άκουσε αυτό ο βασιλιάς, με θαμπωμένα ακόμη τα μάτια του, ανατρίχιασε, ταράχτηκε, και δάκρυσε.
- Αυτό που τόσα χρόνια ζητούσα, τώρα το βρήκα, είπε.
- Θα σου δώσω, καθώς υποσχέθηκα, ό,τι αμοιβή μου ζητήσεις. Μόνο σε παρακαλώ εξήγησέ μου κάτι ακόμη! Τί κάνει ο Θεός;
- Βασιλέα μου, αυτό δεν είναι εύκολο να το εξηγήσει κανείς, αλλά για να σου δώσω να καταλάβεις, πρέπει να μου δανείσεις τα βασιλικά σου ρούχα, το σκήπτρο και το στέμμα, και εσύ φόρα για λίγο τα δικά μου.
Φόρεσε, λοιπόν ο αγρότης τα ρούχα του βασιλιά και το στέμμα και κρατώντας το σκήπτρο, κατέβηκε στην αίθουσα όπου περίμεναν συναγμένοι όλοι οι υψηλότεροι αξιωματούχοι και οι εκπρόσωποι του λαού.
Ο βασιλιάς σας ευχαριστήθηκε που του έδειξα το Θεό, γι' αυτό έδωσε το θρόνο σε μένα, και ο ίδιος δε θα έχει κανένα αξίωμα. Ευχαριστώ την τύχη που μου έδωσε άξιους και πιστούς σαν εσάς υπηκόους και υπόσχομαι πως θα αφιερώσω όλες μου τις δυνάμεις για τη δική σας ειρήνη και ευημερία.
"Ζήτω ο νέος μας βασιλιάς!", φώναξε όλος ο κόσμος που ήταν μέσα στην αίθουσα. Γονάτισαν όλοι και τον προσκύνησαν και δόξαζαν το Θεό που τους έδωσε ένα βασιλιά που κανένας άλλος δέν είχε τη σοφία του.
Στο μεταξύ ο βασιλιάς με τα ρούχα του αγρότη βαρέθηκε να περιμένει στην ταράτσα, κατέβηκε στην αίθουσα του θρόνου, και τί να δεί! Τον αγρότη να κάθεται στο θρόνο, και όλοι οι ανώτατοι και άλλοι αξιωματούχοι να τον προσκυνάνε για βασιλιά!
- Τί κάνετε, φώναξε! Εγώ είμαι ο βασιλιάς σας! Πώς βάλατε στο θρόνο έναν άσημο αγρότη, που μέχρι χτες ούτε εσείς τον ξέρατε ούτε κανένας! Έι! Κατέβα απο το θρόνο και δώσε μου το σκήπτρο μου και όλα εκείνα που φοράς!
Όλοι, όμως, γέλασαν και έπειτα αγανάκτησαν με τα λεγόμενα του "παλιού" βασιλιά! Δεν τον άφησαν να πλησιάσει στο θρόνο, τον πήραν σηκωτό και τον πέταξαν έξω από το παλάτι μονάχο με τα ρούχα που φορούσε.
Τότε ο φτωχός αγρότης, ο καθισμένος στο θρόνο, ζήτησε την άδεια των "υπηκόων" του και βγήκε από το παλάτι. Φώναξε τον, μέχρι πρότινος, βασιλιά  και του μίλησε.
- Βασιλιά μου, δε λιμπίστηκα το θρόνο και τη βασιλεία! Σου τα δίνω αμέσως πίσω σαν τα θέλεις! Μόνο έπαιξα αυτό το παιχνίδι για να πάρεις μια ιδέα του τί κάνει ο Θεός! Ποιός έκανε εσένα; Ποιός έφτιασε εμένα; Ποιός έπλασε αυτό το πλήθος που τώρα με επευφημεί; Σε μια στιγμή τα πάντα αναποδογυρίζουν! Οι τελευταίοι άνθρωποι γίνονται βασιλείς και οι βασιλείς πετιούνται σαν τα σκυλιά! Τη μία οι αυλικοί και όλο το κράτος προσκυνούν έναν άνθρωπο που μέχρι χτες δεν τον ήξεραν, ενώ την άλλη κάνουν μια επανάσταση και ρίχνουν δυναστείες που κράτησαν χιλιάδες χρόνια. Μια μέρα βλέπεις έναν άνθρωπο στο παζάρι, την άλλη μέρα μπορεί να βρεθεί μέσα στο μνήμα. Όλοι νομίζουμε πως ό,τι ξέρουμε είναι το σωστό, κι όμως από τη μια στιγμή στην άλλη αλλάζουμε τελείως τη γνώμη μας. Ποιος είναι αυτός που αφήνει το μυαλό μας να πλανηθεί; Ποιος είναι που φωτίζει το μυαλό μας; Σαν πάω τώρα και ξαναμιλήσω στο συμβούλιο τον αυλικών, αμέσως εσύ θα ξαναγίνεις βασιλιάς. Με ποιανού την άδεια γίνονται όλα αυτά;
- Ναί, έκανε με λυγμούς σκύβοντας το κεφάλι του συντετριμμένος ο, μέχρι πρότινος, βασιλιάς. Καταλαβαίνω!
---
Πηγές
Φωτογρφία: Danuttanase

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Τα πέντε διαμάντια

Μια φορά και έναν καιρό,ήταν ένας σπουδαίος άρχοντας. Έψαχνε έναν έμπιστο και αφοσιωμένο σύμβουλο, γιατί δεν μπορούσε να τελειώσει μόνος του όλες τις δουλειές, ούτε να κρίνει σωστά και δίκαια όλους τους ανθρώπους.

Φώναξε, λοιπόν, μπροστά του πέντε από τους πιο καλούς και έμπιστους ανθρώπους του όπως νόμιζε και θέλησε να ξεχωρίσει τον πιο έμπιστο. Άνοιξε μια χρυσή θήκη και έβγαλε απο μέσα πέντε πελώρια αστραφτερά διαμάντια!

- Λοιπόν, τους είπε. Όποιος από εσάς μου δώσει την πιο πολύτιμη συμβουλή θα παίρνει για αμοιβή από ένα διαμάντι.
- Τι συμβουλή να σου δώσουμε εμείς μεγάλε άρχοντα; Εμείς είμαστε τα σκουλίκια και εσύ είσαι τόσο σπουδαίος, είσαι η ίδια η ζωή και είσαι απο μόνος σου θησαυρός με τη δύναμη που έχεις, πετάγεται ο πρώτος και του λέει.
Ευχαριστήθηκε με αυτά τα λόγια ο άρχοντας και του έδωσε το πρώτο διαμάντι!

Ήρθε η σειρά του δεύτερου σύμβουλου που και αυτός με τη σειρά του έπλεξε ωραίο εγκώμιο για τον άρχοντα και έτσι πήρε και αυτός το δεύτερο διαμάντι!

Το ίδιο έκανε και ο τρίτος και ο τέταρτος σύμβουλος του άρχοντα και πήραν και εκείνοι με τη σειρά τους τα διαμάντια!

Το πέμπτο διαμάντι έμενε ακόμα στη θήκη του. Το έβγαλε ο άρχοντας και το κρατούσε στο χέρι του.
- Ήρθε η σειρά σου για να το αποκτήσεις, είπε στον πέμπτο σύμβουλό του. 
Εκείνος στάθηκε με προσοχή μπροστά στον άρχοντα, έκανε μια υπόκλιση και του είπε:
- Είσαι πολύ δυνατός άρχοντά μου με μεγάλα πλούτη. Αυτά όμως σου τα έδωσε ο Θεός για να μπορείς να φανείς αντάξιος για να διοικείς έναν ολόκληρο λαό. Όλα, λοιπόν, τα χαρίσματα που έχεις και τα πλούτη σου, ζητάω εγώ, ο υπήκοός σου, να τα χρησιμοποιήσεις για το καλό του λαού σου με αγάπη και δικαιοσύνη. Αυτή τη συμβουλή θα σου δώσω εγώ.

Αμέσως τότε, ο άρχοντας ξαναέβαλε στη θήκη του το τεράστιο διαμάντι που κρατούσε και είπε
- Εσένα που ανέφερες τη γνώμη σου χωρίς φόβο και κολακείες θα σου δώσω κάτι πιο μεγάλο από ένα διαμάντι. Θα έχεις την εμπιστοσύνη μου για πάντα και θα είσαι ο γενικός μου σύμβουλος, ώστε να μου λες πώς να διοικώ πάντα τίμια το λαό μου.

Την άλλη μέρα το πρωί παρουσιάστηκαν οι τέσσερις σύμβουλοι στον άρχοντα χλωμοί από την στεναχώρια τους.
- Άρχοντά μας, κάποιο λάθος θα έγινε και τα διαμάντια είναι ψεύτικα. Πήγαμε και τα ελέγξαμε Είναι απλές πέτρες που λάμπουν, του είπαν πέφτοντας στα πόδια του και προσπαθώντας να κρύψουν το θυμό τους.
- Και σεις ψεύτικους λόγους μου προσφέρατε, τους είπε ο άρχοντας με αυστηρή φωνή. Στις ψεύτικες κολακείες λοιπόν, μόνο ψεύτικα διαμάντια αξίζουν. Πηγαίνετε στο καλό τώρα, τους είπε και τους έδιωξε.

---
Πηγές:
Κείμενο: Άγνωστος
Φωτογραφία: Kristian Olson

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Για όσους δε γιορτάζουν

- Γέροντα, πότε γιορτάζουμε; Όταν γεννηθήκαμε ή όταν βαφτιστήκαμε;
- Γιορτάζουμε, όταν γιορτάζει o άγιος μας, το όνομα του οποίου πήραμε στο βάπτισμα.
- Τότε, τι γίνεται με όσους έχουν ονόματα, που δεν είναι ονόματα αγίων;
- Όσων ανθρώπων τα ονόματα δεν εορτάζουν, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να αγιάσουν!

Πηγές
Κείμενο: http://www.pigizois.net/afieromata/paisios/xaritomenes_didaxes.htm
Φωτογραφία: http://www.papadakismanolis.gr

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Ο γιατρός, η κηδεία και η εγχείρηση

Ένας γιατρός μπαίνει βιαστικός στο νοσοκομείο, αφού τον κάλεσαν για μια επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Απάντησε το συντομότερο δυνατό, άλλαξε ρούχα και πήγε κατευθείαν στην αίθουσα του χειρουργείου. Πηγαίνοντας προς το χειρουργείο βρήκε τον πατέρα του παιδιού που θα χειρουργούσε στην αίθουσα αναμονής.

Μόλις είδε το γιατρό του φώναξε: «Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις; Δεν ξέρεις, ότι η ζωή του γιου μου είναι σε κίνδυνο; Δεν έχεις καμιά αίσθηση ευθύνης;»

Ο γιατρός χαμογέλασε και είπε: «Συγνώμη, που δεν ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα αμέσως, όταν με κάλεσαν. Και τώρα ηρεμήστε για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου». «Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σας τώρα σ' εκείνο το δωμάτιο, θα ηρεμούσατε; Αν ο γιος σας πέθαινε τώρα, τι θα κάνατε;;», είπε ο πατέρας οργισμένος.

Ο γιατρός χαμογέλασε πάλι και είπε «Θα σας έλεγα, ότι από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε, ευλογημένο να είναι το όνομα του Κυρίου, προσευχηθείτε και θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού». «Να δίνουμε συμβουλές, όταν δεν μας αφορά κάτι, είναι εύκολο...», μουρμούρισε ο πατέρας.

Το χειρουργείο πήρε κάποιες ώρες. Μετά από αυτό, ο γιατρός βγήκε χαρούμενος. «Δόξα τω Θεώ, ο γιος σας σώθηκε», και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα, συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο. «Αν έχετε κάποια ερώτηση, ρωτήστε τη νοσοκόμα».

«Γιατί είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;», ρώτησε τη νοσοκόμα λίγα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός.

Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια: «Ο γιος του πέθανε χτες σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Όταν τον καλέσαμε για το γιο σας, ήταν στην κηδεία και τώρα που σώθηκε ο γιος σας έφυγε τρέχοντας για να ολοκληρωθεί η κηδεία!!!»