Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Με τα μάτια της ψυχής

Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρεπόταν να μένει καθιστός μία ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο παράθυρο του δωματίου.

Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Οι άντρες κατέληξαν να μιλούν ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στον στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα, ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικό του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου.

Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει γι’ αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες που η άποψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου.

Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια υπέροχη θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.

Καθώς ο άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περίγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε και μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα.

Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει από το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκατοίκου του, ευχόταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει την θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται τον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση.

Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της η νοσοκόμα βρήκε στο δωμάτιο τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθάνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα του.

Μετά από ένα χρονικό διάστημα, ο άλλος άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του για να σηκωθεί και να ρίξει μια ματιά έξω. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του.

Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος!

Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: «Πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περιέγραφε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόση ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος»;

Και η νοσοκόμα του απάντησε: «Ω Θεέ μου… δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει».

Εάν ζείτε μια ζωή βασανίζοντας τον εαυτό σας για το τι έχουν οι άλλοι, πιθανότατα θα χάσετε την χαρά του να γίνετε αποδέκτες αυτών που οι άλλοι θέλουν να σας δώσουν.

---
Πηγές:
Κείμενο: Το κείμενο αυτό έχει εμφανιστεί στο διαδίκτυο με διάφορους τίτλους όπως "Το παράθυρο του νοσοκομείου", "ο κενός τοίχος" ή ακόμη και "Με τα μάτια της ψυχής". Η πρώτη του εμφάνιση σύμφωνα με τα αρχεία της Google είναι στις 20 Οκτωβρίου 2007 από το forum "Διδακτικές Ιστορίες". Επειδή, όμως, πουθενά δεν εμφανίζεται κάποια πηγή, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο το κείμενο να κυκλοφορούσε μέσω email από πολύ παλαιότερα.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Το super market του ουρανού


Περπατούσα πριν καιρό στην λεωφόρο της ζωής. Μια μέρα είδα μια πινακίδα που έγραφε: «Σούπερ μάρκετ Ουρανού».  Καθώς ήρθα πιο κοντά η πόρτα άνοιξε και δίχως να το καταλάβω, βρέθηκα μέσα.

Είδα οικοδεσπότες αγγελούδια που στέκονταν παντού. Ένα αγγελούδι με πλησίασε, μου έδωσε ένα καλάθι και μου είπε: «ψώνισε με σύνεση».

Όλα όσα ένας χριστιανός χρειάζεται ήταν μες το σούπερ μάρκετ.
Όσα δεν μπορούσες να κουβαλήσεις σήμερα, θα μπορούσες να ξανάρθεις πάλι.

Στο καλάθι μου πρώτα έβαλα λίγη «Υπομονή» και στην ίδια σειρά βρήκα την «Αγάπη» και πιο κάτω την «Κατανόηση». Τα χρειάζεσαι αυτά παντού, όπου κι αν πάς. Πήρα μία σακούλα «Σοφία» μια, δυό σακούλες «Πίστη». Δεν μπορούσα να προσπεράσω το Άγιο Πνεύμα γιατί ήταν παντού μέσα στην αίθουσα.

Σταμάτησα να πάρω λίγη «Δύναμη» και «Κουράγιο», για να βοηθηθώ να τρέξω στον αγώνα. Σχεδόν το καλάθι μου είχε γεμίσει, μα θυμήθηκα ότι χρειαζόμουν την «Ευλογία». Δεν ξέχασα να πάρω τη «Σωτηρία» γιατί ήταν δωρεάν. Έτσι προσπάθησα και πήρα αρκετή και για τους δύο, για σένα και εμένα.

Οπωσδήποτε μην παραλείψω, μην προσπεράσω, την «Ταπεινοφροσύνη», τη «Συγχώρηση», τη «Δικαιοσύνη» και την «Ευγνωμοσύνη».

Τελικά ξεκίνησα για το ταμείο να πληρώσω το λογαριασμό. Πίστευα ότι είχα ότι χρειαζόμουν για να εκπληρώσω την επιθυμία του δασκάλου μου.

Καθώς προχωρούσα στο διάδρομο είδα την «Προσευχή» και την «Εγκράτεια».
 Σίγουρα τις χρειαζόμουν και τις δύο, γιατί ήξερα ότι μόλις βγω έξω θα συναντούσα την αμαρτία.

Η «Ειρήνη» και ή «Χαρά» ήταν εν αφθονία στο τελευταίο ράφι. Το «Τραγούδι» και η «Δοξολογία» κρέμονταν στο πλάι κι έτσι έβαλα και από αυτά στο καλάθι μου.

Πλησιάζοντας τον άγγελο στο ταμείο τον ρώτησα:
- Πόσα σας οφείλω;
- Πάρε τα μαζί σου όπου κι αν πας, μου απάντησε με ένα μειδίαμα.
- Πόσα σας οφείλω για όλα αυτά; ξαναρώτησα.

Ο Άγγελος χαμογέλασε πάλι και μου είπε:
«Ο Χριστός έχει πληρώσει το λογαριασμό σου πριν πολλά πολλά χρόνια».

---
Πηγές

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Μια θέση στον παράδεισο

Χρόνια πριν ζούσε στη Βορειοανατολική Βραζιλία ένα πολύ φτωχό ζευγάρι, που είχε μονάχα μία κότα. Με πολλές στερήσεις, συντηρούνταν από τα αβγά της.

Κάποτε λοιπόν, την παραμονή των Χριστουγέννων, το ζώο πέθανε. Ο άντρας, που είχε μονάχο μερικά σεντάβος, αλλά δεν αρκούσαν για να αγοράσει τρόφιμα για το δείπνο της βραδιάς, πήγε να ζητήσει τη βοήθεια του εφημέριου του χωριού.

Αντί να τον βοηθήσει, ο εφημέριος του είπε μονάχα:
«Όταν ο θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο. Αφού τα χρήματα σου δεν φτάνουν σχεδόν για τίποτα, γύρνα στο παζάρι και αγόρασε το πρώτο πράγμα που θα σου προσφέρουν. Εγώ ευλογώ αυτήν την αγορά και, καθώς την ημέρα των Χριστουγέννων συμβαίνουν θαύματα, κάτι θα σου αλλάξει τη ζωή για πάντα».

Παρόλο που δεν ήταν σίγουρος ότι αυτή ήταν η καλύτερη λύση, ο άντρας γύρισε στο παζάρι. Ένας έμπορος τον είδε να τριγυρίζει εδώ κι εκεί και τον ρώτησε τί έψαχνε. «Δεν ξέρω. Έχω ελάχιστα χρήματα και ο ιερέας μου είπε να αγοράσω τα πρώτο πράγμα που θα μου προσφέρουν».

Ο έμπορος ήταν ζάπλουτος, ωστόσο ποτέ δεν άφηνε ευκαιρία για κέρδος να πάει χαμένη. Πήρε αμέσως τα χρήματα, έγραψε κάτι βιαστικά σ' ένα χαρτί και το έδωσε στον άντρα.

«Ο πατέρας έχει δίκιο! Καθώς ήσουν πάντα καλός άνθρωπος, σου πουλάω τη θέση μου στον Παράδεισο, σήμερα, αυτή τη γιορτινή μέρα! Να, ορίστε και το συμβόλαιο!»

Ο άντρας πήρε το χαρτί και απομακρύνθηκε, ενώ ο έμπορος ήταν γεμάτος περηφάνια που είχε πετύχει άλλη μία καλή εμπορική συναλλαγή. Το ίδιο βράδυ, καθώς ετοιμαζόταν για το δείπνο στο σπίτι του που ήταν γεμάτο υπηρέτες, αφηγήθηκε το περιστατικό στη γυναίκα του, προσθέτοντας ότι είχε καταφέρει να γίνει πολύ πλούσιος χάρη σ' αυτήν του την ικανότητα να σκέφτεται γρήγορα.

«Ντροπή!» είπε η γυναίκα του. «Να κάνεις κάτι τέτοιο τη μέρα της γέννησης του Χριστού! Πήγαινε στο σπίτι του ανθρώπου αυτού και πάρε πίσω το χαρτί, αλλιώς μην ξαναπατήσει το πόδι σου εδώ!».

Τρομαγμένος από την οργή της συζύγου του, ο έμπορος αποφάσισε να υπακούσει. Μετά από μεγάλη αναζήτηση κατάφερε να βρει το σπίτι του ανθρώπου.

Μπαίνοντας μέσα, είδε το ζευγάρι καθισμένο σ” ένα άδειο τραπέζι με το χαρτί στη μέση. «Ήρθα γιατί έκανα λάθος», είπε. «Πάρε τα χρήματα σου και δώσε μου πίσω αυτό που σου πούλησα». «Δεν κάνατε λάθος», απάντησε ο φτωχός. «Εγώ ακολούθησα τη συμβουλή του ιερέα και ξέρω ότι έχω κάτι ευλογημένο». «Είναι μονάχα ένα χαρτί, κανείς δεν μπορεί να πουλήσει τη θέση του στον Παράδεισο, Αν θέλεις, θα σου δώσω τα διπλά για να μου το δώσεις πίσω».

Ο φτωχός, όμως, δεν ήθελε να το πουλήσει, γιατί πίστευε στα θαύματα. Σιγά-σιγά ο έμπορος άρχισε να ανεβάζει την προσφορά του, μέχρι που έφτασε τα δέκα χρυσά νομίσματα.

«Δε θα μου κάνουν τίποτα», είπε ο φτωχός. «Πρέπει να εξασφαλίσω μια πιο αξιοπρεπή ζωή στη γυναίκα μου και γι” αυτό χρειάζονται εκατό χρυσά νομίσματα. Αυτό το θαύμα περιμένω σήμερα που είναι παραμονή Χριστουγέννων».

Απελπισμένος, γνωρίζοντας ότι, αν αργούσε λίγο ακόμα, κανείς στο σπίτι του δεν θα καθόταν στο τραπέζι ούτε θα πήγαινε στη Λειτουργία της παραμονής των Χριστουγέννων, ο έμπορος πλήρωσε τελικά τα εκατό νομίσματα και πήρε πίσω το χαρτί. Για το φτωχό ζευγάρι το θαύμα είχε πραγματοποιηθεί. Για τον έμπορο είχε εκπληρωθεί η επιθυμία της γυναίκας του. Εκείνη όμως ήταν γεμάτη αμφιβολίες: Μήπως είχε φερθεί πολύ σκληρά στον σύζυγο της;

Αμέσως μετά τη Λειτουργία πλησίασε τον εφημέριο και του αφηγήθηκε την ιστορία:
«Πάτερ, ο άντρας μου συνάντησε έναν άνθρωπο, στον οποίο εσείς είχατε προτείνει να αγοράσει το πρώτο πράγμα που θα του πρόσφεραν. Προσπαθώντας να κερδίσει εύκολα χρήματα, έγραψε σ' ένα χαρτί ότι του πουλούσε τη θέση του στον Παράδεισο. Εγώ του είπα ότι δεν είχε δείπνο στο σπίτι μας απόψε αν δεν κατάφερνε να πάρει πίσω αυτό το χαρτί κι εκείνος τελικά αναγκάστηκε να πληρώσει εκατό χρυσό νομίσματα. Μήπως υπερέβαλα; Μήπως μία θέση στον Παράδεισο δεν αξίζει τόσο πολύ;»

«Κατ' αρχάς, ο σύζυγός σου έχει το περιθώριο να φανεί γενναιόδωρος στη σημαντικότερη μέρα της Χριστιανοσύνης. Επίσης, έγινε όργανο του θεού για να πραγματοποιηθεί ένα θαύμα. Για ν' απαντήσω όμως στην ερώτηση σου, όταν πούλησε τη θέση του στον ουρανό μονάχα για λίγα νομίσματα, η θέση αυτή δεν άξιζε ούτε καν τόσα. Όταν όμως αποφάσισε να την αγοράσει για εκατό νομίσματα μονάχα για να δώσει χαρά στη γυναίκα που αγαπάει, μπορώ να σου εγγυηθώ ότι τώρα αξίζει πολύ περισσότερα».

---
Πηγές
Κείμενο του Πάολο Κοέλιο βασισμένο σε ένα χασιδικό παραμύθι του Ντέιδιντ Μαντέλ