Αναρτήσεις

Μάθημα από την κουκουβάγια

Εικόνα
Κάποιος χλεύαζε μια κουκουβάγια για μερικά από τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, που τη διαφοροποιούν από τα άλλα πουλιά. Απαριθμούσε ένα - ένα από αυτά. Η κουκουβάγια, αντί να τα παραδεχθεί, προσπαθούσε να τα δικαιολογήσει και να τα αντικρούσει με εύστοχο λόγο και λογικοφανή επιχειρήματα. - Τι μεγάλο κεφάλι που έχεις! Είσαι κεφάλα! - Του Δία το κεφάλι να δεις τι μεγάλο που είναι, απαντά η κουκουβάγια. - Τι γαλαζωπά μάτια που έχεις! - Αυτά τα μάτια μου είναι όπως της γαλαζομάτας Αθηνάς. - Και η φωνή σου είναι λυπητερή, θλιβερή και στριγγιά, όχι ευχάριστη. - Η φωνή όμως της καρακάξας είναι πιο άσχημη , ανταπαντά πάλι η κουκουβάγια. - Πω πω και κάτι ψιλοπόδαρα που έχεις! - Ναι, έτσι είναι τα δικά μου πόδια, αλλά του ψαρονιού πώς σου φαίνονται; - Πρόσεξε, σοφή μου, της λέει στο τέλος ο συνομιλητής της, ότι από αυτά ένα μόνο ελάττωμα έχει το καθένα τους. Εσύ όμως τα έχεις όλα μαζί και σε μεγάλο βαθμό, κουκουβάγια μεγαλοκέφαλη, με τα γαλαζωπά σου μάτια και τη στριγγόφωνη, λυπητερή φωνή σου, ...

Δεν ξέρω να διαβάζω

Εικόνα
Κάποτε, σ' ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο μπήκε μια γριούλα για να ψωνίσει! Κατευθύνθηκε προς τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου και ζήτησε την Καινή Διαθήκη! Ο υπάλληλος πρόθυμος, την εξυπηρέτησε αμέσως! Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρίσκεται και κάποιος ιερέας! Βλέποντας την γριούλα να αγοράζει την Καινή Διαθήκη αναρωτήθηκε αν την ήθελε για την ίδια ή για κάποιον άλλον καθώς την θεώρησε αρκετά μεγάλη για να ξέρει να διαβάζει! Πήρε το θάρρος λοιπόν, και την ρώτησε: - Γιαγιάκα, για σένα την θέλεις την Καινή Διαθήκη; - Μάλιστα, Πάτερ μου, απάντησε εκείνη! - Αλήθεια, ξέρεις να διαβάζεις; - Όχι! Απάντησε η γριούλα, εντελώς φυσιολογικά! - Και τότε τι θα την κάνεις την Καινή Διαθήκη αν δεν μπορείς να την διαβάσεις; Την ξαναρώτησε ο ιερέας! - Να παιδί μου, του απάντησε η γριούλα! Την κρατάω αγκαλιά, πάω μπροστά στην εικόνα του Χριστού, του δείχνω την Καινή Διαθήκη και του λέω: «Χριστέ μου δεν ξέρω να διαβάζω, αλλά ότι λες σε αυτό το βιβλίο, βάλτο εδώ μέσα». Και με έν...

Η γριούλα του χιονιά

Εικόνα
Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε. Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τή...

Η γριά και ο χάρος

Εικόνα
Μια φορά ήταν μια γριά και κάθε πρωί έβγαινε στο δάσος και μάζευε ξύλα για τη φωτιά της και χορταράκια, για να φάει. Καθώς γύριζε μια μέρα φορτωμένη στον ώμο τα ξύλα και στην ποδιά της τα χόρτα, στο δρόμο συναντάει τον χάροντα. - Γεια και χαρά σου, χάροντα, του λέει, για ποιόν με το καλό; - Για του λόγου σου θειά, της λέει ο χάροντας. Άντε, ετοιμάσου να σε πάρω. - Τώρα, του λέει, να πάω σπίτι να ξεφορτωθώ και να ετοιμασθώ. Και για να 'χω καλό ρώτημα, σαν πώς θέλεις να ετοιμασθώ; - Όπως θέλεις εσύ, απαντάει ο χάροντας. Τότε η γριά πηγαίνει στο σπίτι, ανάβει το τζάκι και βάζει να βράσει τα χόρτα. Ύστερα έπιασε να ζημώσει ψωμιά, έφτιαξε και κουλούρια για συγχώρεση. Ύστερα έστρωσε τραπέζι και περίμενε να ψηθούν τα ψωμιά. Τότε παρουσιάσθηκε ο χάροντας και τη ρωτάει: - Ε, ετοιμάστηκες θειά; - Περιμένω γιε μου να βράσουν τα χόρτα, να ξεφουρνίσω το ψωμί και να φάμε. Δεν κάθεσαι και του λόγου σου να φας μαζί μου; - Μα δεν μ' έχεις κακία θειά, πού θα σου πάρω την ψυχή; - Μ...

Τι βγάζεις - Τι κερδίζεις

Εικόνα
Ένας βασιλιάς πέρασε επίσημα από ένα έρημο λόγγο. Εκεί είδε ένα φτωχό άνθρωπο πού έβοσκε λίγες γίδες. Και απόρησε. Γιατί τον είδε ήρεμο καί ειρηνικό. Ρωτάει λοιπόν ο βασιλιάς: -Πώς είσαι ήρεμος και ειρηνικός, ζώντας και δουλεύοντας σε τέτοια άγρια μέρη; Τι κερδίζεις από την δουλειά σου; Ο βασιλιάς τα έβλεπε όλα με κριτήριο ένα υλικό κέρδος! Απάντησε ο τσοπάνης: - Ό,τι και συ με την δική σου, βασιλιά μου! Απόρησε πάλι ο βασιλιάς. Και ζήτησε εξηγήσεις: - Μα ξέρεις τι λες, καλέ μου άνθρωπε; Ξέρεις τί κερδίζω εγώ; Απάντησε ο τσοπάνης: - Το μεγαλύτερο πού μπορείς και συ, να κερδίσεις, βασιλιά μου, είναι να πας στον παράδεισο• αν κάνεις έργα καλά. Γιατί, αν δεν φροντίζεις να κάνεις καλά έργα, θα πας και συ στην κόλαση! Το ίδιο και εγώ με την δική μου δουλειά! Μπορείς να μου πεις τι περισσότερο μπορείς να κερδίσεις συ στην ζωή σου από εμένα; --- Πηγή Κείμενο: BriefingNews Φωτογραφία: BlueBird Pandora

Δεν είμαι παιδί

Εικόνα
- Δεν είμαι παιδί. - Είσαι ΚΑΙ παιδί. Τώρα μεγαλώνεις. Δεν είναι εύκολο να μεγαλώσεις. Μόνο προσπάθησε να κρατήσεις το παιδί μέσα σου, Άννα. Μην αφήσεις κανένα να σου το σκοτώσει. Κανέναν. Είσαι ΚΑΙ παιδί. Πάντα θα είσαι ΚΑΙ παιδί. Να το θυμάσαι αυτό. Όσο μεγάλη κι αν γίνεις. --- Πηγές Κείμενο: Βούλα Μάστορη - Στο γυμνάσιο Φωτογραφία: Sara Burrier

Ο γέροντας και τ’ άλογο

Εικόνα
Κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή. Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, µε το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του. -“Μα καλά είσαι ανόητος;” ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. “Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος!” -“Ααα, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου.. Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;” απαντούσε ο γέροντας, “Μόνο Ο Θεός το ξέρει!” Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει. Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους: -“Τι μεγάλο κακό που ...